.
Καιρό μετά ο Ιάκωβος θα καταλάβαινε ότι έζησε τις πιο όμορφες μέρες του όταν έμεινε μόνος λίγο μετά το καλοκαίρι κι ο Σεπτέμβρης ζωγράφιζε τα δειλινά με τα χρώματα του μελιού και της εγκατάλειψης. Άκουγε τα αεροπλάνα να επιστρέφουν στην πόλη και φαντάζονταν ότι ήταν κι αυτός σ’ ένα πολυάσχολο αεροδρόμιο γεμάτο ανθρώπους περαστικούς. Όμως αυτός δεν είχε ανθρώπινη μορφή. Φαντάζονταν ότι ήταν ένα δέντρο του Αμαζόνιου, ενενήντα μέτρα ψηλό, που φύτρωσε ξαφνικά κοντά στο χώρο της παραλαβής αποσκευών από χώρες της Ε.Ε. κι ότι οι άνθρωποι στέκονταν στη σκιά του να προφυλαχτούν απ’ τα ηλεκτρικά φώτα. Ένα απόγευμα ονειρεύτηκε την πρώτη κοπέλα που αγάπησε. Ότι έφτασε τάχα στο αεροδρόμιο και περίμενε τη βαλίτσα της χαζεύοντας. Τότε ο Ιάκωβος άφησε όλα του τα φύλλα να πέσουν στο πάτωμα μήπως και η πρώτη του αγάπη χαμογελάσει. Ο Ιάκωβος ήξερε ότι αυτές ήταν οι πιο όμορφες μέρες του γιατί είχε αρχίσει ξανά να ονειρεύεται.
Νύχτωνε όλο και πιο νωρίς το Σεπτέμβρη. Συναντηθήκαμε στις οχτώ κι ο ουρανός απλώνονταν απέναντι μας ολοένα πιο σκοτεινός. Ο καφές έκαιγε. Το μπαλκόνι ήταν ψηλά και καθίσαμε χαζεύοντας τη γύμνια απλωμένη σαν χιόνι στις στέγες. Κάπου ανάμεσα στα κτίρια φαινόταν η θάλασσα.
Η μάνα μου αρρώστησε το Γενάρη, μου είπε. Πήρα άδεια κι έμεινα στο νοσοκομείο να τη φροντίζω. Υπήρχε μονάχα μια καρέκλα για να κοιμάμαι. Το κεφάλι μου βάραινε το βράδυ και μόλις μ’ έπαιρνε ο ύπνος έχανε την ισορροπία του και με ξυπνούσε. Η μάνα μου όμως με είχε ανάγκη. Την τάιζα, της κρατούσα συντροφιά, την έπλενα. Κι όταν ξυπνούσε τα βράδια τρομαγμένη απ’ τους εφιάλτες, της κρατούσα το χέρι. Με το πέρασμα του καιρού έμαθα να κοιμάμαι ακουμπώντας στον τοίχο. Έβλεπα όνειρα τόσο ζωντανά που όταν ξυπνούσα είχα μέσα μου τη βεβαιότητα πως ακόμα βλέπω ένα όνειρο όπου έχω ξυπνήσει. Μια νύχτα ονειρεύτηκα ότι το κεφάλι μου βυθίστηκε στον τοίχο, κι από κει μπορούσα να δω πιο πέρα απ’ τον κόσμο.
Όλα έσβησαν έξω απ’ το νοσοκομείο. Οι φίλοι σιγά σιγά σταμάτησαν να τηλεφωνούν. Απ’ τη δουλειά έμαθα ότι έβαλαν άλλον στη θέση μου. Ο κόσμος μου ήταν η μάνα μου και, λίγο πιο πέρα, οι άρρωστες και οι συγγενείς. Είχαμε λίγο πολύ γνωριστεί μεταξύ μας. Πονούσαμε ο ένας τον άλλον. Όταν πέθανε η κυρία Μαίρη στο γειτονικό κρεβάτι, έκλαψα κι εγώ μαζί με το γιο της και την αδερφή της για ώρα. Το ξέρω, δε σ’ αρέσουν οι παχιές κουβέντες αλλά αυτή ήταν για μένα η κάθαρση. Έμαθα να είμαι ταπεινός. Να υπάρχω για τον άλλον. Σαν το δάσκαλο εκείνο που έπλυνε τα πόδια των μαθητών του. Η μάνα μου ήταν σε βαριά κατάσταση και δεν μπορούσε να καταλάβει αλλά είχαμε έρθει ξανά κοντά.
Είχαν περάσει δυο μήνες σχεδόν που η αϋπνία και η κούραση με είχαν εξαντλήσει. Το βράδυ εκείνο βγήκα στην αναμονή να πιω έναν καφέ. Οι συγγενείς είχαν μαζευτεί σ’ ένα πηγαδάκι κι έλεγαν ιστορίες για φάρμακα και γιατρούς. Έναν δυο τους ήξερα και κάθισα μαζί τους. Ήταν μισοσκόταδο και μου πήρε λίγη ώρα να ξεχωρίσω απέναντί μου ένα κορίτσι που δε μιλούσε. Η γυναίκα δίπλα της ήταν η κυρά Μάρθα που κοίταζε συλλογισμένη το άγνωστο. Ήμουνα πολύ μπερδεμένος για να καταλάβω τι έλεγαν. Ήπια μια γουλιά καφέ κι άφησα τα μάτια μου να συνηθίσουν το σκοτάδι. Το κορίτσι φόραγε μια φούστα μέχρι το γόνατο και μια απλή μαύρη μπλούζα. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν όμορφη αλλά όταν με κοίταξε τα πόδια μου άρχισαν να βουλιάζουν στο μέλι. Δεν το είχα ξαναζήσει αυτό. Το σώμα μου ξύπνησε, το στόμα μου γέμισε σάλια. Το κορίτσι δεν σταμάτησε να με κοιτάζει. Το νοσοκομείο έσβηνε γύρω μου. Ήτανε μονάχα αυτή κι εγώ στο σκοτάδι, κι ανάμεσά μας μια τριχιά που μας τραβούσε κοντά τόσο δυνατά που πονούσα. Οι άλλοι είχαν σταματήσει να μιλάνε για λίγο. Η κυρά Μάρθα έριξε μια ζακέτα στο κορίτσι να μην κρυώσει. Εκείνη γύρισε και της είπε, Θα πάω να περπατήσω λίγο. Σηκώθηκε. Χάθηκε αργά στο σκοτάδι χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Σηκώθηκα κι εγώ, σκύβοντας λίγο να μην προσέξουν τον έρωτα στο παντελόνι μου. Ένας μου είπε, Θα φύγεις Ιάκωβε; Κι εγώ τον κοίταξα και δεν μίλησα γιατί ανάμεσα στα δόντια μου είχα τη γλυκόπικρη σοκολάτα του πόθου. Χάθηκα στο σκοτάδι. Έκανα έναν γύρο και τράβηξα κατά κει που πήγαινε το κορίτσι. Την βρήκα να κάθεται σ’ ένα παγκάκι. Έκατσα δίπλα της. Μπορούσα ν’ ακούσω την ανάσα της. Ήταν βαριά και κοφτή. Άπλωσα το χέρι μου στα μαλλιά της. Η ζωή ανάβλυζε από μέσα της σαν φωτιά. Με κοίταξε αμίλητη. Ταξίδεψα πάνω της αργά σαν να κολυμπούσα κοντά της. Εκείνη λαχάνιαζε και κατάπινε με λαιμαργία. Την τράβηξα στο σκοτάδι από ένα στενό. Κάναμε έρωτα.
Όταν γύρισα στο θάλαμο η μάνα μου είχε πεθάνει. Το πρώτο που έκανα ήταν να ισιώσω τα μαλλιά μου με το χέρι, με την ελπίδα ότι δεν θα έβλεπαν οι άλλοι τις ενοχές εκείνες που ζωγράφιζαν στο πρόσωπό μου κόκκινες τιμωρίες. Το πρωί έψαξα να βρω το κορίτσι. Ρώτησα την κυρά Μάρθα που είχε έρθει να με συλλυπηθεί. Είναι μικρό κορίτσι γιε μου, μου είπε, δεν το αντέχει το ξενύχτι. Πήγε σπίτι να κοιμηθεί. Έχει σχολείο αύριο. Μέσα μου καρφώθηκε μια τύψη ακόμα, σαν λεπίδα, κι έφυγα βιαστικά.
Ο Ιάκωβος σταμάτησε να μιλά γι’ αρκετή ώρα. Είχε σκοτεινιάσει τόσο που δεν φαίνονταν το πρόσωπό του.
- Γιατί άφησες τη ζωή σου; Είπα. Τα παράτησες όλα.
- Όλον αυτόν τον καιρό, μου είπε, καταλάβαινα κάτι μέσα μου να πεθαίνει. Τώρα ξέρω, ήταν ο παλιός μου εαυτός. Τάιζα τη ζωή μου συντηρητικά και νόμιζα ότι ζούσα. Δεν μπορώ να ξαναγυρίσω πίσω.
- Και τι πρόκειται να κάνεις;
- Θα γράφω ποιήματα.
Σηκώθηκε κι απόμεινα να τον κοιτάζω. Τον ζήλευα, γιατί είχε το θάρρος να τα κλωτσήσει όλα. Τον λυπόμουν, γιατί δεν είχε πια τίποτα. Ήτανε όπως ταιριάζει στους ποιητές. Αφήνοντας πίσω του μια επιβλητική σκιά από λέξεις. Έβγαλα το πορτοφόλι μου και του άφησα όσα λεφτά είχα. Μου χαμογέλασε.
Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια διασταυρώθηκα με ένα κορίτσι. Με κοίταξε τρομαγμένη. Έκανα ότι δεν της έδωσα σημασία. Συνέχισε να ανεβαίνει λίγο πιο βιαστικά και χτύπησε το κουδούνι του Ιάκωβου. Τον ζήλευα, πόσο πολύ τον ζήλευα εκείνη την ώρα.
Καιρό μετά θα καταλάβαινα ότι οι ώρες εκείνες που σταθήκαμε στο μπαλκόνι με τον Ιάκωβο ήταν οι πιο αληθινές. Μπορεί να έφταιγε ο Σεπτέμβρης αλλά ποτέ ξανά δεν μπόρεσα ν’ αφεθώ σε μια ζωή μέτρια. Η ποίηση είναι το σφυρί εκείνο που δεν αφήνει τους άλλους να κοιμηθούν.
Σεπτέμβρης 2007
No comments:
Post a Comment