Saturday, October 31, 2009

Μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία

Γιος: Μπαμπά, είδα τον Σέρλοκ Χόλμς στην τηλεόραση.
Μπαμπάς: Μμμ;
Γ: Και δεν καταλαβαίνω… Πώς το κάνει;
ΜΠ: Πώς κάνει τι;
Γ: Καταλαβαίνει πώς γίνεται το κάθε τι, αλλά δεν το μαντεύει.
ΜΠ: Και πώς το ξέρεις ότι δεν μαντεύει;
Γ: Γιατί αν μπορούσε να μαντέψει τότε θα καταλάβαινε τον δολοφόνο απ’ την αρχή. Αλλά εκείνος ψάχνει να βρει όλη την ώρα στοιχεία.
ΜΠ: Άρα η ερώτησή σου είναι, πώς βρίσκει στοιχεία;
Γ: Όχι, δεν είναι καθόλου αυτό. Επειδή φαίνεται τα στοιχεία να υπάρχουν εκεί κι εκείνος απλά να τα διαλέγει και να τα μαζεύει.
ΜΠ: Άρα η ερώτησή σου είναι, τι κάνει με τα στοιχεία που μαζεύει;
Γ: Όχι, δεν είναι ούτε αυτό, μπαμπά. Επειδή ξέρω τι τα κάνει όσα στοιχεία μαζεύει. Είναι πολύ έξυπνος και ξέρει πώς να τα βάλει στη σειρά.
ΜΠ: Και ποια είναι η ερώτηση;
Γ: Θέλω να πω, πώς το καταλαβαίνει; Πώς καταλαβαίνει ποια στοιχεία είναι τα καλά στοιχεία και ποια τα κακά στοιχεία, που δεν βοηθάνε καθόλου;
ΜΠ: Αφού μόνος σου είπες ότι είναι έξυπνος.
Γ: Ναι, αλλά αυτό το ξέρω κι εγώ. Θέλω να μου πεις Πώς καταλαβαίνει. Θέλω να μου πεις Πώς το κάνει.
ΜΠ: Αυτό μου θυμίζει μια ιστορία.
Γ: Είναι μια ιστορία με ντετέκτιβ και κακούς;
ΜΠ: Όχι. Όχι. Αλλά να. Θυμάμαι τον δικό μου μπαμπά. Όταν εγώ ήμουν μικρός και μια φορά πήγαμε μαζί στο χωράφι. Το είχε οργώσει απ’ άκρη σ’ άκρη και ήθελε να το μετρήσει. Ξεκινάει από το σύνορο και με μεγάλα βήματα αρχίζει και προχωράει. Εγώ πήγαινα από πίσω του και τον άκουγα που μέτραγε. Κάθε λίγο σταματούσε και κοίταζε μέχρι την αντίπερα άκρη του χωραφιού. Κ’ ύστερα ξεκινούσε ξανά.
Γ: Κι αυτό τώρα έχει σχέση με τον Σέρλοκ Χολμς;
ΜΠ: Μα ναι. Όταν φτάσαμε κάπου στη μέση απ’ το χωράφι στάθηκε λίγο να ξεκουραστεί. Μου ζήτησε να θυμάμαι το 643. Εγώ τότε τον ρώτησα πώς το ξέρει ότι πηγαίνει σε μια ευθεία, αφού δεν υπάρχει δρόμος, αφού τα σημάδια στην άλλη άκρη δεν φαίνονται και στο όργωμα τα βήματα μπερδεύονται. Εκείνος μου είπε ότι το ξέρει, ότι το καταλαβαίνει. Κι εγώ τον ρώτησα, ναι, αλλά Πώς το καταλαβαίνει. Κι εκείνος μου είπε ότι αυτό του θυμίζει μια ιστορία.
Γ: Μπαμπά, είσαι σίγουρος ότι όλα αυτά έχουν σχέση με τον Σέρλοκ Χολμς;
ΜΠ: Μα ναι. Μου είπε λοιπόν ο μπαμπάς μου ότι όταν ήταν μικρός, στον κάμπο οι δρόμοι ήταν ελάχιστοι. Περπατούσες μέσα από λιβάδια και χωράφια. Υπήρχαν βέβαια μονοπάτια, αλλά κι αυτά χανόντουσαν μετά από μια δυνατή βροχή. Άμα ήθελες να πας κάπου έπρεπε να χαράξεις μια πορεία. Έβαζες λοιπόν σημάδι μια πέτρα, ένα σπίτι, κάτι τέλος πάντων, και πήγαινες ίσα προς τα πάνω. Άμα όμως ήθελες να πας από το χωράφι μέχρι πέρα μακριά, στο διπλανό χωριό, τι θα ’κανες;
Γ: Μπορούσες να βάλεις σημάδι το χωριό;
ΜΠ: Ο κάμπος δεν είναι ίσος. Αλλού βαθαίνει κι αλλού κάνει υψώματα. Το χωριό άλλοτε μπορεί να φαίνεται κι άλλοτε όχι.
Γ: Θα μπορούσες τότε να πας προς τα κει που νομίζεις ότι είναι το χωριό;
ΜΠ: Ναι. Έπρεπε να βάλεις με το νου σου κατά πού πέφτει το χωριό και ν’ αρχίσεις να περπατάς.
Γ: Αλλά πώς θα το γνώριζες ότι αυτό που φαντάζεσαι δεν είναι λάθος;
ΜΠ: Αυτό ρώτησα κι εγώ τον μπαμπά μου. Και μου λέει, σημασία είχε να γνωρίζεις κατά που πηγαίνεις, έτσι δεν μπερδεύονταν τα βήματά σου. Κάθε φορά που έφτανες κάπου, από όπου μπορούσες να δεις λίγο πιο μακριά, τότε θα διόρθωνες τον δρόμο που είχες φτιάξει μέσα στο μυαλό σου. Νομίζω, ο μπαμπάς μου ήθελε να πει, ότι τον δρόμο τον φτιάχνεις μαθαίνοντας να φτιάχνεις έναν δρόμο. Κάθε λίγο σταματάς για να φανταστείς έναν δρόμο πιο κοντινό.
Γ: Κι έτσι ο μπαμπάς σου κατάφερνε να πηγαίνει στην ευθεία;
ΜΠ: Έτσι κατάφερνε να μετρήσει ένα χωράφι.
Γ: Κι ο Σέρλοκ Χολμς;
ΜΠ: Είναι στοιχειώδες αγαπητέ μου Γουάτσον.
Γ: …Μπαμπά.
ΜΠ: Μμμ;
Γ: Κι αυτός ο κύριος Γουάτσον, γιατί φαίνεται να μην καταλαβαίνει όσα καταλαβαίνει ο Σέρλοκ Χολμς; Είναι επειδή δεν έχει φαντασία;
ΜΠ: Αυτό τώρα μου θυμίζει μια άλλη ιστορία, με τον αδερφό μου, το θείο σου, όταν πήγαμε να μετρήσουμε το ίδιο ακριβώς χωράφι…
Γ: Μπαμπά…
ΜΠ: Μμ;
Γ: Μπορείς να μου απαντήσεις μια φορά μόνο, χωρίς να μου πεις μια ιστορία;
ΜΠ: Αλλά έτσι δεν θα έχει ενδιαφέρον, ούτε για μένα, ούτε για σένα.
Γ: Σε παρακαλώ, για μια μόνο φορά.
ΜΠ: Καλά. Όμως δεν έχει άλλες ερωτήσεις για σήμερα.
Γ: Καλά.
ΜΠ: Πες μου την ερώτηση πάλι.
Γ: Γιατί ο κύριος Γουάτσον όλο ρωτάει τον Σέρλοκ Χολμς;
ΜΠ: Επειδή χωρίς τις ερωτήσεις του κυρίου Γουάτσον, ο κύριος Χολμς δεν θα ήξερε τι ν’ απαντήσει.
Γ: Αλλά…
ΜΠ: Τέλος οι ερωτήσεις. Στη μαμά. Γρήγορα.

No comments: