Μια φορά ήταν ένα μικρό δάσος στη μέση ενός μεγάλου κάμπου κάπου πέρα, στις παράξενες εκείνες χώρες που ο ήλιος σταματάει το μεσημέρι να ξαποστάσει κι αργούν πολύ τ’ απογεύματα. Το δάσος αυτό είχε καταγωγή από τα τεράστια δάση της αρχαιότητας που κανείς δεν ήξερε που άρχιζαν και που σταματούσαν επειδή ήταν πολλά και πολύ συχνά πάντρευαν τα δέντρα τους και τις περιόδους των βροχών θέριευαν σαν μια πράσινη πλημμύρα κι έπνιγαν τις απέραντες πεδιάδες και ανέβαιναν ψηλά στα χιονισμένα βουνά.
Αλλά το δάσος για το οποίο σας μιλώ ήταν μικρό. Είχε μόλις εκατόν τριάντα ένα δέντρα και γύρω γύρω ήτανε μονάχα σπαρμένα χωράφια από σιτάρι και κριθάρι και καλαμπόκι. Λένε ότι ήταν μια όμορφη εικόνα να το κοιτάζεις το μεσημέρι γιατί ο ήλιος έκαιγε και κάτω από τις φυλλωσιές του ο ίσκιος ήταν παχύς και φιλόξενος. Οι αγρότες του τόπου έκαναν τις δουλειές τους και όταν ήθελαν να ξεκουραστούν μαζεύονταν στο μικρό δάσος για να φάνε και να κοιμηθούν. Καμιά φορά έλεγαν παλιές ιστορίες και τότε το δάσος σταμάταγε να ψιθυρίζει. Περίμενε κρατώντας την ανάσα, κι όταν η ιστορία έφτανε στο σημείο να μιλήσει για τις περιπλανήσεις του πρίγκιπα σε θάλασσες και σε στεριές, σε στοιχειωμένα δάση και ανήλιαγες ερημιές, το δάσος θρόιζε και χαμογελούσε. Γιατί του άρεσε να ονειρεύεται τα στοιχειωμένα τα δάση και τους λόγγους και τα λαγκάδια και πιο πολύ ακόμα του άρεσε να φαντάζεται ότι μέσα στην δικιά του την καρδιά κρύβονταν μια νεαρή πριγκίπισσα που κοιμόταν ανέμελη περιμένοντας κάποιος να ρθεί να τη σώσει.
Οι αγρότες μάζευαν τα πράγματα τους να φύγουν και χαμογελούσαν γιατί η καρδιά τους ήταν χορτασμένη από τον ίσκιο του δάσους κι απ’ το κοκκινέλι του κάμπου κι όταν γυρνούσαν στο σπίτι αγκάλιαζαν τις γυναίκες τους με την ευγένεια και τη χάρη ενός αληθινού πρίγκιπα του παραμυθιού.
Μια φορά ο πιο γέρος από τους γέροντες στο διπλανό χωριό μου είπε την αληθινή ιστορία του δάσους κι όσο την έλεγε τα πυκνά φρύδια του έσμιγαν κι απομακρύνονταν ολοένα σαν δυο άγριες αρκούδες που παλεύουν. Θα γράψω με όση ακρίβεια μπορώ εκείνα που άκουσα αλλά ο μόνος τρόπος να τα καταλάβει κανείς είναι να κλείσει για λίγο τα μάτια του και να τα φανταστεί ζωγραφισμένα στο χαρτί…
Κάποτε στον κόσμο δεν υπήρχανε δάση κι άνθρωποι. Ήτανε μόνο ο ήλιος κι όσα πράγματα δεν υπάρχουν πια. Ο ήλιος ήθελε μονάχα να κοιτάζεται στη θάλασσα και δεν έδινε σημασία στις μεγάλες στεριές που έμοιαζαν όλες με την άγρια έρημο. Μια μέρα αποφάσισε να περπατήσει στον κόσμο για να μετρήσει τον ίσκιο του. Φόραγε ένα ψάθινο καπέλο, το ακούμπησε στο βουνό για σημάδι κι άρχισε να μετράει τα βήματα του μέχρι το σημείο όπου θα τέλειωνε ο ίσκιος του. Ένας γίγαντας όμως τον παραφυλούσε και μόλις ο ήλιος γύρισε την πλάτη, τρέχει και του κλέβει το ψάθινο καπέλο. Ο ήλιος που να το καταλάβει. Προχωρούσε μπροστά με τα χέρια δεμένα πίσω, στην μέση, κι όπου ακουμπούσε την πατημασιά του φύτρωναν δέντρα. Έφτασε κάποτε στην άκρη του κόσμου όμως ο ίσκιος του δεν είχε τελειώσει ακόμα. Γύρισε λοιπόν προς τα πίσω κι έψαξε να βρει το σωστό βουνό όπου είχε ακουμπήσει το καπέλο του. Τίποτα. Πουθενά ψαθάκι. Είδε όμως τον γίγαντα που έτρεχε να κρυφτεί στο σκοτάδι μιας σπηλιάς κι άρχισε να τον κυνηγά. O γίγαντας πρόφτασε και χώθηκε κάτω από μια οροσειρά. Ο ήλιος δεν είχε τη δύναμη να κουνήσει τα βουνά. Ακούμπησε τα χέρια του στη γη και φύτεψε τον κόσμο πέρα ως πέρα με ένα βαθυπράσινο δάσος από έλατα. Τα δέντρα μεγάλωναν και οι ρίζες τους απλώθηκαν βαθιά μέσα στο βράχο. Οι ρίζες άρχισαν να γαργαλούν το γίγαντα στη μύτη μέχρι που εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, ύστερα άλλη μια… Κ’ ύστερα φταρνίστηκε και η οροσειρά χωρίστηκε σε τέσσερα βουνά. Όταν κατακάθισε η σκόνη, οι δυο άντρες πιαστήκαν στα χέρια. Ήτανε κι οι δυο πολύ πολύ δυνατοί. Ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στα πρόσωπά τους. Όσο ο ένας έσπρωχνε τόσο ο άλλος αντιστεκόταν. Τα χέρια του γίγαντα καίγονταν όσο τα χέρια του ήλιου μαύριζαν απ’ τη στάχτη. Είπανε να σταματήσουν για να πάρουν μιαν ανάσα, ήπιανε σε μια λίμνη και ύστερα κίνησαν να ξεκινήσουν ξανά τον καυγά που άρχισε για ένα μικρό ψαθάκι. Άκουσαν ξάφνου ένα χαμόγελο και γύρισαν να κοιτάξουν. Είδαν την Άνοιξη να αιωρείται λίγο ψηλότερα απ’ τη γη, κάνοντας τα λουλούδια ν’ ανθίζουν. Την ερωτεύτηκαν. Είπε ο ήλιος, θα σου χαρίσω τον κόσμο, αρκεί να γίνεις δικιά μου. Είπε κι ο γίγαντας, θα σου χαρίσω τη δύναμή μου, αρκεί να μείνεις με μένα. Η Άνοιξη τους χαμογέλασε κι εκείνοι κοκκίνισαν σα μικρά παιδιά. Δεν μπορώ ν’ ανήκω σε κάποιον, είπε και χάθηκε σε μιαν άκρη.
Ο ήλιος κι ο γίγαντας κοιτάχτηκαν με σπαραγμό. Είχανε κιόλας ξεχάσει πως πιάστηκαν πριν από λίγο να παλέψουν. Τα μάτια τους είχανε τυφλωθεί απ’ την αγάπη. Χωρίστηκαν αμίλητοι.
Ο γίγαντας διάλεξε να ξαπλώσει στη γη το κορμί του για πάντα και γίνηκε ήπειρος. Όποτε η Άνοιξη τον ακουμπούσε με τα πέλματά της εκείνος χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Ο ήλιος διάλεξε να κλέψει την καρδιά της Άνοιξης. Έβαλε τις ηλιαχτίδες του να την ακολουθούν. Αλλά η Άνοιξη κρύφτηκε ανάμεσα στις φυλλωσιές της νύχτας. Τότε εκείνος έτρεξε ξοπίσω της. Μα η Άνοιξη ολοένα απομακρυνόταν.
Ο ήλιος στάθηκε στο δάσος να ξαποστάσει. Το βλέμμα του ήταν πικρό σαν ενός παιδιού που το έχουν μαλώσει. Ένα μικρό αηδόνι του τραγούδησε. Κι αν την καρδιά της δεν μπορείς να την έχεις, του είπε, προσπάθησε τουλάχιστον αυτό, να είναι η καρδιά σου για κείνη. Ο ήλιος άκουσε το τραγούδι του αηδονιού κι απλώθηκε γύρω του η συννεφιά. Αν είναι να ζω μόνος, σκέφτηκε, τι αξία έχει;
Ένα μικρό ποντικάκι άρχισε να στριφογυρίζει στα πόδια του. Είσαι τόσο μεγάλος, του είπε, κι εκείνη αγαπά τα μικρά πράγματα. Γίνε ξανά μικρός. Ο ήλιος σκοτείνιασε πιότερο. Αν είναι να ζω μόνος, είπε ξανά, τι αξία θα έχει;
Μια μέλισσα ήρθε και κουδούνισε στ’ αυτί του. Δεν είπε τίποτα. Τον τσίμπησε με το κεντρί της στο λαιμό και ύστερα γκρεμίστηκε στη γη. Ο ήλιος πόνεσε πολύ.
Ύστερα από λίγο, ακούμπησε την καρδιά του στο χώμα, δίπλα στη νεκρή μέλισσα. Κι έφυγε.
Στο δάσος εκείνο είναι κάπου κρυμμένη η καρδιά του ήλιου…
Ο γέροντας είχε πια κουραστεί. Δεν ήθελε ν’ ακούσει τις ερωτήσεις μου. Έγειρε αργά πάνω στο στρώμα του κι αποκοιμήθηκε.
No comments:
Post a Comment